Βιολοτσέλο

Μουσική Σχολή Γιώτας Παπαβασιλείου: Το βιολοντσέλο

Βιολοντσέλο στην μουσική σχολή ΠαπαβασιλείουΤο Βιολοντσέλο ή αλλιώς Τσέλο, είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με Δοξάρι. Έχει τέσσερις χορδές (από τη χαμηλότερη: ντο, σολ, ρε, λα), όπως και τα υπόλοιπα έγχορδα της συμφωνικής ορχήστρας. Ο Βιολοντσελίστας, είναι πάντα καθιστός, τοποθετεί το βιολοντσέλο ανάμεσα στα πόδια του και το στηρίζει στο έδαφος με τη βοήθεια μίας ρυθμιζόμενης μεταλλικής ράβδου στήριξης. Πρόγονος του Βιολοντσέλου είναι η Βιόλα ντα γκάμπα, την οποία ο εκτελεστής συγκρατούσε ανάμεσα στις γάμπες του. Το Βιολοντσέλο έχει ένα πλούσιο και δυνατό ήχο. Είναι βασικό όργανο τόσο στη μουσική δωματίου όσο και στη συμφωνική ορχήστρα. Το σκάφος του (το ξύλινο σώμα) έχει μήκος 75 εκ. ενώ οι χορδές του είναι πιο παχιές από του Βιολιού και της Βιόλας και χρησιμοποιείται συνήθως μαζί με το Κοντραμπάσο για να παίξει τις μπάσες νότες ενός μουσικού έργου, λόγω όμως της μεγάλης μουσικής του έκτασης, είναι εξίσου αξιόλογο και ως σόλο όργανο. Το Βιολοντσέλο πρωτοεμφανίστηκε στην Ευρώπη στα μέσα του 16ου αι. και αρχικά ονομαζόταν βιολοντσίνο. Κατά καιρούς υπέστη πολλές τροποποιήσεις, ενώ στον Στραντιβάρι οφείλεται κυρίως ο καθορισμός του οριστικού τύπου και των διαστάσεων του βιολοντσέλου που είναι διπλό σε μέγεθος από τη Βιόλα. Η άνοδος του οργάνου άρχισε στην Ιταλία τον 17o αι., με τον Μπάχ και τις σουίτες του για σόλο βιολοντσέλο και σταδιακά άρχισαν να ανακαλύπτονται οι τεχνικές και οι εκφραστικές δυνατότητές του. Με τον ρομαντισμό, το βιολοντσέλο πήρε ξεχωριστή θέση στην ορχήστρα ως στοιχείο αυτόνομο, στο οποίο οι συνθέτες εμπιστεύονταν ορισμένα χαρακτηριστικά μουσικά θέματα ενώ έπαιξε αξιόλογο ρόλο και ως βασικός συντελεστής του κουαρτέτου εγχόρδων. Ο Μπετόβεν, οι ρομαντικοί και ιδιαίτερα ο Βάγκνερ, συνέτειναν στην πλήρη ανεξαρτησία του και έγραψαν ειδικά έργα γι αυτό ( Κοντσέρτα, Σονάτες κ.α) και το χρησιμοποίησαν στα είδη της μουσικής δωματίου, ισότιμα με το Βιολί.

Για συντομία ονομάζεται και τσέλο. Είναι το μπάσο μέλος της οικογένειας του βιολιού. Έχει το διπλό μέγεθος από το βιολί, και γι’ αυτό παίζεται ακουμπισμένο στο πάτωμα, όρθιο, με ελαφριά κλίση. H αιχμηρή ακίδα που έχει στο κάτω άκρο του για να το κρατάει σταθερά στο πάτωμα προστέθηκε τον 20ό αιώνα. Μέχρι τότε στηριζόταν στα πόδια του εκτελεστή ή υποβασταζόταν από ένα μικρό σκαμνάκι. Η μουσική του έκταση καλύπτει περίπου τέσσερις οκτάβες. Το σχήμα του τσέλου είναι σχεδόν ίδιο με του βιολιού, εκτός από το βραχίονά του, που είναι πιο κοντός. Οι παχύτερες, μακρύτερες χορδές του τσέλου και το μεγαλύτερο ηχείο του τού χαρίζουν έναν ήχο πλούσιο και ζεστό.

Το βιολοντσέλο εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα, την ίδια εποχή με το βιολί και τη βιόλα. Ένα από τα παλαιότερα όργανα που έχουν βρεθεί κατασκευάστηκε γύρω στα 1572 από τον Αντρέα Αμάτι, τον παλαιότερο από τους φημισμένους κατασκευαστές της οικογένειας Αμάτι.

Τα πρώτα βιολοντσέλα είχαν συνήθως πέντε χορδές, αλλά κάποια στιγμή καταργήθηκε η χαμηλότερη.

Κατά τον 17ο και μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, το βιολοντσέλο χρησιμοποιούνταν συνήθως μαζί με το τσέμπαλο, το εκκλησιαστικό όργανο ή το λαούτο (δηλαδή όργανα που μπορούσαν να παίζουν συγχορδίες), για να εκτελεί τη συνοδεία στα έργα της εποχής. Το βιολοντσέλο έπαιζε τη γραμμή του μπάσου, ενώ το τσέμπαλο ―ή ένα από τα άλλα όργανα― έπαιζε μια διαδοχή από συγχορδίες που αποτελούσαν τον αρμονικό σκελετό κάθε φράσης (μπάσο κοντίνουο).

Τα πρώτα έργα για σόλο βιολοντσέλο γράφτηκαν περί τα τέλη του 17ου αιώνα. Προς το τέλος της εποχής Μπαρόκ, χάρη στο εκφραστικό και βελούδινο ηχόχρωμά του, το βιολοντσέλο άρχισε να προβάλλεται σαν μελωδικό όργανο.

Το βιολοντσέλο, μαζί με το πρώτο και δεύτερο βιολί και τη βιόλα, ανήκει στα μέλη του κουαρτέτου εγχόρδων.