Φλαούτο

Μουσική Σχολή Γιώτας Παπαβασιλείου: Το φλάουτο

Μάθε φλάουτο σχολή ΠαπαβασιλείουΙΣΤΟΡΙΚΑ KAI ΤΕΧΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Φλάουτο (ελλην. αυλός) ονομάζεται κάθε πνευστό, του οποίου ο ήχος προκύπτει από την πρόσκρουση ρεύματος αέρα σε μία λεπτή ακμή (φύσημα στο φλάουτο). Με την πρόσκρουση δημιουργούνται στρόβιλοι, οι οποίοι διεγείρουν ταλαντώσεις στο σωλήνα αέρα του οργάνου. Οι μεταβολές στο ύψος του παραγόμενου ήχου δημιουργούνται με κλείσιμο και άνοιγμα των οπών που βρίσκονται κατά μήκος του σωλήνα. Ανάλογα με το κράτημα του οργάνου διακρίνουμε το επίμηκες (φλογέρα από το αλβανικό flojere, φλογέρες) και το λοξό φλάουτο (πλαγίαυλος, flauto traverso, πλαγίαυλος), τα οποία παρουσιάζονται με πολλές παραλλαγές σε διάφορους πολιτισμούς. Η φλογέρα είναι διαδεδομένη στη δημοτική μουσική της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, ο πλαγίαυλος στη μουσική της Ανατολικής Ασίας (αναφορές ήδη από τον 9ο αιώνα π.Χ., Φλάουτο στην Κίνα) και της Δυτικής Ευρώπης (αποδεδειγμένα από το 12ο αιώνα μ.Χ.)

Για την ακρίβεια, στη Δυτική Ευρώπη κυριαρχούσε από το μεσαίωνα μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα η φλογέρα. Από αυτή την εποχή και μετά διαδόθηκε ο πλαγίαυλος, ο οποίος και χρησιμοποιείται σήμερα τελειοποιημένος ως όργανο της ορχήστρας. Μέχρι περίπου τα μέσα του 17ου αιώνα ο σωλήνας του πλαγίαυλου ήταν ενιαίος με κυλινδρική διάτρηση. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε, αρχικά στη Γαλλία, ένας τύπος που "σπάει" σε τρία τμήματα (σύγχρονο σπαστό φλάουτο), την κεφαλή, το μεσαίο τμήμα και τη βάση. Από αυτά, η κεφαλή είχε κυλινδρική διάτρηση, ενώ τα άλλα μέρη μία αντίστροφη κωνική. Ο λυόμενος τύπος πλαγίαυλου εξυπηρετεί την ακρίβεια στη διάτρηση και τη διόρθωση του ήχου με παρεμβολή μεσαίων τμημάτων διαφορετικού μήκους.

Ο σωλήνας του πλαγίαυλου είχε μέχρι το 17ο αιώνα συνήθως 6 οπές. Τάπες και κλειδιά () τοποθετήθηκαν αρχικά από Γάλλους κατασκευαστές με τη δημιουργία του λυόμενου τύπου. Στη διάρκεια του 18ου αιώνα αυξήθηκε ο αριθμός των οπών σε 8 (φλάουτο 1780) και μετά το 1800 ακόμα περισσότερο. Το 1832 κατασκεύασε ο Th. Boehm ένα πλαγίαυλο με κωνική διάτρηση, στον οποίο οι οπές ήταν διαταγμένες αποκλειστικά με κριτήρια ακουστικά και όχι χειρισμού. Το 1847 ακολούθησε ο κυλινδρικός πλαγίαυλος με κεφαλή παραβολικής διάτρησης και βελτιωμένες τάπες, ο οποίος χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Το αρχικά ξύλινο αυτό όργανο κατασκευαζόταν κάποια εποχή από ελεφαντόδοντο, το 19ο αιώνα και από γυαλί. Από τις αρχές του 20ου αιώνα κατασκευάζονται οι πλαγίαυλοι για χρήση στην ορχήστρα σχεδόν αποκλειστικά από μέταλλο - κάποια μοντέλα είναι δε ασημένια ή επίχρυσα!.

Περιγράφοντας την εξέλιξη του φλάουτου και των άλλων οργάνων σ' αυτή την εφαρμογή είναι πιθανόν να νομιστεί ότι τα όργανα της ορχήστρας βελτιώθηκαν σε 3-4 στάδια από μερικούς ικανούς οργανοποιούς και πήραν γρήγορα την τελική μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Στην πραγματικότητα έχουν συμμετάσχει στη βελτίωση αυτών των οργάνων στη διάρκεια μισής χιλιετίας εκατοντάδες οργανοποιοί, καθένας από τους οποίους έχει βελτιώσει τη μία ή την άλλη λεπτομέρεια ή έχει κατασκευάσει ένα εξ αρχής νέο όργανο, το οποίο άλλοι νεότεροι βελτίωσαν αργότερα.

ο κλασικό φλάουτο παίζεται σε πλάγια θέση ως προς τον εκτελεστή. Αποτελείται από έναν ξύλινο ή μεταλλικό (συχνά ασημένιο και σπανιότερα χρυσό) σωλήνα με 16 τρύπες, τις οποίες ανοιγοκλείνει ο εκτελεστής με τη βοήθεια «κλειδιών».

Το ηχόχρωμα των ψηλών και των χαμηλών φθόγγων του διαφέρει σημαντικά. Οι ψηλές νότες είναι καθαρές, ψυχρές και διαπεραστικές (αρμονικοί), ενώ οι χαμηλότερες είναι ζεστές, απαλές και γλυκιές. Η μουσική του έκταση καλύπτει περίπου τρεις οκτάβες.

Είναι όργανο πολύ ευέλικτο, και ένας καλός εκτελεστής μπορεί να παίξει πολύ εύκολα τρίλιες, γρήγορα περάσματα και άλλα ποικίλματα.

Ο πρόγονος του σημερινού πλάγιου φλάουτου κατάγεται από την Ανατολή και χρονολογείται τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα.

Στα χρόνια του Μεσαίωνα εμφανίζεται συχνά σαν όργανο της στρατιωτικής μουσικής, ενώ για τις άλλες μουσικές εκδηλώσεις της εποχής εκείνης χρησιμοποιείται το φλάουτο με ράμφος σε διαφορετικά μεγέθη, το οποίο παρέμεινε δημοφιλές σε όλη την Αναγέννηση και το Μπαρόκ.

Για πολλά χρόνια οι δύο τύποι φλάουτων συνυπήρχαν, αλλά από τα μέσα του 18ου αιώνα επικράτησαν τα πλάγια φλάουτα, χάρη στα αναμφισβήτητα πλεονεκτήματά τους (μεγαλύτερη μουσική έκταση, πλουσιότερη ποικιλία ηχοχρωμάτων και δυναμικής κλπ.)